Η καμπύλη μάθησης του Γ.Παναγιωτακόπουλου

Ο σημερινός τρόπος λειτουργίας της ανθρώπινης μνήμης είναι προϊόν της εξελικτικής πορείας του ανθρώπου. Δυστυχώς, τα δεδομένα που αποθη­κεύο­νται στη μνήμη κάθε ανθρώπου μέσω των εμπειριών του δεν είναι σε κάθε περίπτωση όλα ανακλήσιμα. Κάποια από αυτά τα δεδομένα ξεχνιούνται. Δε σημαίνει όμως ότι χάνονται πλήρως από τη μνήμη.       Απλώς είναι μη ανα­κλή­σιμα για διάφορους λόγους.

Αυτό το πρόβλημα κάνει το θέμα της μάθησης και της απαιτούμενης διδασκαλίας ακόμη πιο πολύπλοκο και δύσκολο. Παρόλο που οι μαθητές μαθαίνουν πολλές γνώσεις στο σχολείο, ένα μεγάλο τμήμα αυτών τις ξεχνάνε πολύ γρήγορα (ακόμη και σε διάστημα ημε­ρών ή εβδομάδων). Αυτή η συμπεριφορά είναι συχνή και προβληματίζει ιδι­αίτερα τους εκπαιδευτικούς που συνήθως καλούνται να λύσουν το πρόβλημα. Όμως η συμβουλή: «πρέπει να διαβάζεις περισσότερο», ενώ είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, σε πολλές περιπτώσεις δεν λύνει το πρόβλημα αφού το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι πρέπει ο μαθητής να διαβάζει περισσότερο, αλλά απαιτείται να διαβάζει με τέτοιο τρόπο ώστε να ενισχύει την ενσωμάτωση των γνώσεων στη μακρά του μνήμη δημιουργώντας αντίσταση στη φυσική μας τάση να ξεχνάμε.

Μεταξύ των ετών 1880 και 1885 ο Γερμανός ψυχολόγος Hermann Ebbinghaus έκανε τα πρώτα πειράματα για τη μάθηση και την τάση του ανθρώπου να ξε­χνά με την πάροδο του χρόνου. Το εντυπωσιακό είναι ότι οι συμμετέχοντες στην έρευνά του  ήταν … μόνο ένας. Ο ίδιος του ο εαυτός. Ο Ebbinghaus δη­μιούργησε λίστες με λέξεις, οι οποίες λέξεις δεν είχαν κανένα νόημα (τις είχε εφεύρει μόνος του) και αφού προσπαθούσε να τις μάθει τέλεια στη συνέχεια μελετούσε πόσο γρήγορα τις ξεχνούσε. Στη χρονική διάρκεια των πειραμάτων του έμαθε 350 διαφορετικές λίστες με λέξεις που δεν είχαν σημασία και έκανε συ­νολικά 189.501 επαναλήψεις για να μάθει τις λίστες των λέξεων αυτών (Lieberman 2012). Ο Ebbinghaus δημοσίευσε την καμπύλη που μετρούσε πό­σο γρήγορα ξεχνούσε τις λίστες που μάθαινε με την πάροδο του χρόνου και η οποία φαίνεται στο επόμενο σχήμα (σχήμα 1).

Παρόλο που στην έρευνα του Ebbinghaus συμμετείχε μόνο ο εαυτός του, τα αποτελέσματά της έχουν επαληθευτεί αρκετές φορές αργότερα από αρκετούς επιστήμονες (Murre & Dros 2015).

Ό,τι μαθαίνουμε γρήγορα, το ξεχνάμε και γρήγορα.

Αν βασική προτεραιότητα είναι η μάθηση να διαρκεί στο χρόνο, τότε σε καμία περίπτωση δεν πρέπει ο μαθητής να αφήσει την καμπύλη να κατέβει χαμηλά, όπως είναι το σημείο (Ι) στο επόμενο σχήμα

Αφήνοντας την καμπύλη να φτάσει χαμηλά (σημείο Ι), η δυσκολία που θα αντιμετωπίσει ο μαθητής για να φτάσει ξανά στο 100% της απόδοσης στο μαθησιακό αντικείμενο αυτό θα είναι εξαιρετικά μεγάλη και ίσως αξεπέραστη στο χρόνο που διαθέτει για να μελετήσει. Με άλλα λόγια, η γνώση ενός μαθησιακού αντικειμένου (π.χ. μιας ενότητας) πρέπει συνεχώς να βρίσκεται αρκετά κοντά στο 100% ώστε ο μαθητής να μη χρειάζεται ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια για να φτάσει ξανά στο μέγιστο όταν αυτό απαιτείται (π.χ. όταν γράφει ένα επαναληπτικό διαγώνισμα). Πώς μπορεί όμως να επιτευχθεί αυτό;

Η επιθυμητή πριονωτή καμπύλη …

Οι κόκκινες επιμέρους καμπύλες αναφέρονται και πάλι στη διαδικασία της μείωσης της ικανότητας ανάκλησης, δηλαδή στο ότι οι μαθητές δεν μπορούν να ανακαλέσουν ένα τμήμα αυτών που μαθαίνουν με την πάροδο του χρόνου με αποτέλεσμα η διαθέσιμη γνώση τους να μειώνεται σε σχέση με το επιθυμητό 100%. Αντίθετα, οι πράσινες επιμέρους καμπύλες αναφέρονται σε διαδικασία μάθησης μέσω επανάληψης η οποία επαναφέρει τις διαθέσιμες γνώσεις προς ανάκληση στο επιθυμητό 100% ή τουλάχιστον κοντά στο 100%.

Ας θεωρήσουμε για παράδειγμα ότι ο μαθητής έχει ήδη διαβάσει μια ενότητα στη χημεία ή τη βιολογία και τη γνωρίζει πολύ καλά (100%). Όταν πια σταματήσει να ασχολείται με την ενότητα αυτή ο μαθητής αρχίζει να ξεχνάει τμήμα των γνώσεων που απέκτησε (τμήμα a→b). Πριν όμως κατέβει χαμηλά στην καμπύλη, δηλαδή πριν ξεχάσει πολλές από τις γνώσεις του στην ενότητα αυτή κάνει επανάληψη με αποτέλεσμα να επαναφέρει τις γνώσεις του στο 100% (τμήμα b→c). Αν δεν ασχοληθεί με την ενότητα αυτή τότε αρχίζει και πάλι να ξεχνάει τμήμα των γνώσεών του (τμήμα c→d), οπότε πριν κατέβει χαμηλά στην καμπύλη κάνει και πάλι επανάληψη της ενότητας (τμήμα d→e),  κ.ο.κ.. Αυτή η διαδικασία πρέπει να συνεχιστεί αρκετές φορές.

Πρόταση για μεγιστοποίηση της απόδοσης στη μελέτη

Με βάση τα παραπάνω, η επανάληψη είναι ουσιαστικός παράγοντας για μάθηση που διαρκεί, ένα ζητούμενο που δεν επιτυγχάνεται στη σημερινή εκπαίδευση. Ειδικά για τους μαθητές της Γ’ λυκείου που προετοιμάζονται για τις πανελλήνιες εξετάσεις η επανάληψη μιας ενότητας είναι σημαντική και δεν πρέπει να αφήνεται στην κρίση του καθηγητή. Ο μαθητής πρέπει από μόνος του να έχει πρόγραμμα επαναλήψεων που θα τον βοηθήσει να ισχυροποιήσει τις γνώσεις του ώστε να μην ξεφτίσουν με το πέρασμα του χρόνου και τη μάθηση νέων πραγμάτων.
Μια πρόταση επανάληψης που μπορεί να υλοποιήσει κάθε μαθητής ο οποίος ενδιαφέρεται να έχει καλή απόδοση είναι το τρίπτυχο: επανάληψη στο τέλος της ημέρας, επανάληψη στο τέλος της εβδομάδας, επανάληψη στο τέλος του μήνα.
Η επανάληψη στο τέλος της ημέρας γίνεται από το μαθητή αφού τελειώσει τη μελέτη των μαθημάτων του. Ο μαθητής προσπαθεί στην επανάληψη αυτή να θυμηθεί τα βασικά σημεία και τις λεπτομέρειες που πρέπει να γνωρίζει από το κάθε μάθημα που διάβασε στη διάρκεια της ημέρας.
Η επανάληψη στο τέλος της εβδομάδας γίνεται την Κυριακή και περιλαμβάνει τα βασικά σημεία και τις λεπτομέρειες που πρέπει να θυμάται και να ανακαλεί σε όλα τα μαθήματα που διάβασε στη διάρκεια της προηγούμενης εβδομάδας.
Η επανάληψη στο τέλος του μήνα απαιτεί οπωσδήποτε μία ή δύο μέρες και περιλαμβάνει αντίστοιχα τα βασικά σημεία και τις λεπτομέρειες όλων των μαθημάτων που έκανε τον προηγούμενο μήνα.
Το παραπάνω σχήμα μπορεί να αλλάξει για κάποιον μαθητή ανάλογα με τις διαθέσεις του και τον προγραμματισμό του και να γίνει για παράδειγμα: Επανάληψη στο τέλος της ημέρας, επανάληψη στο τέλος της εβδομάδας, επανάληψη στο τέλος των δύο εβδομάδων, επανάληψη στο τέλος των 5 εβδομάδων κοκ.

Σημαντική λεπτομέρεια για τον τρόπο που πρέπει να γίνεται η επανάληψη.
Ο μαθητής δεν πρέπει να κάνει επανάληψη ξαναδιαβάζοντας απλά την ύλη που μελέτησε παλαιότερα. Η επανάληψη πρέπει να ξεκινάει με προσπάθεια του μαθητή να θυμηθεί μόνος του όσα περισσότερα μπορεί από την ενότητα που κάνει επανάληψη χωρίς να ανοίξει τα βιβλία του και τα τετράδιά του. Ένα σύνολο ερωτήσεων θα μπορούσε να τον βοηθήσει σε αυτή του την προσπάθεια. Στη συνέχεια, και μόνο τότε, πρέπει να ξαναμελετήσει τα τμήματα εκείνα στα οποία η μνήμη του τον προδίδει. Γενικά, η προσπάθεια ανάκλησης κάποιας γνώσης κατά τη διάρκεια μιας επανάληψης είναι πολύ πιο αποδοτική από το ξαναδιάβασμα της ύλης που περιέχει τη γνώση αυτή.

 

πηγή: https://physiart.com/2018/09/14/ebbinghaus_curve/

0 απαντήσεις

Αφήστε το σχόλιό σας

Θέλετε να συμμετέχετε στην συζήτηση;
Θα χαρούμε να διαβάσουμε το σχόλιό σας!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *